disparity
dis
ˈdɪs
dis
pa
ri
ri
ty
ti
ti
posteritydexteritysinceritycelerity

Ορισμός και σημασία του "disparity"στα αγγλικά

01

διαφορά, ανισότητα

a noticeable and often significant difference or inequality between two or more things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disparities
Παραδείγματα
There is a large disparity between the wealth of the billionaire class and the working poor struggling to afford basic necessities. 

Υπάρχει μια μεγάλη ανισότητα μεταξύ του πλούτου της τάξης των δισεκατομμυριούχων και των εργαζομένων φτωχών που αγωνίζονται να αντέξουν οικονομικά τις βασικές ανάγκες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store