Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dislocate
01
εξαρθρώνω, μετατοπίζω
to suddenly cause a bone to move out of its normal position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislocates
ενεστώτα μετοχή
dislocating
απλός αόριστος
dislocated
παθητική μετοχή
dislocated
Παραδείγματα
He accidentally dislocated his shoulder while playing basketball.
Έχει ξεκολλήσει κατά λάθος τον ώμο του ενώ έπαιζε μπάσκετ.
02
μετακινώ, εξαρθρώνω
to move something out of its regular position or place
Παραδείγματα
The earthquake dislocated several buildings, causing widespread damage throughout the city.
Ο σεισμός μετατόπισε πολλά κτίρια, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε όλη την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
dislocated
dislocate
locate
loc



























