Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dislocate
01
εξαρθρώνω, μετατοπίζω
to suddenly cause a bone to move out of its normal position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislocates
ενεστώτα μετοχή
dislocating
απλός αόριστος
dislocated
παθητική μετοχή
dislocated
Παραδείγματα
The wrestler dislocated his elbow during the match.
Ο παλαιστής ξεκόλλησε τον αγκώνα του κατά τη διάρκεια του αγώνα.
02
μετακινώ, εξαρθρώνω
to move something out of its regular position or place
Παραδείγματα
The strong current in the river dislocated the logs, causing them to drift apart.
Το δυνατό ρεύμα στο ποτάμι μετατόπισε τα κούτσουρα, κάνοντάς τα να απομακρυνθούν.
Λεξικό Δέντρο
dislocated
dislocate
locate
loc



























