Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disillusioned
01
απογοητευμένος, αποκαμωμένος
feeling disappointed because someone or something is not as worthy or good as one believed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disillusioned
συγκριτικός βαθμός
more disillusioned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became disillusioned with his idol after learning about the celebrity's unethical behavior behind the scenes.
Έγινε απογοητευμένος με το είδωλό του αφού έμαθε για την ανήθικη συμπεριφορά της διασημότητας πίσω από τις σκηνές.
Λεξικό Δέντρο
disillusioned
disillusion
illusion
illus



























