Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dishonorable
01
ατιμωτικός, άτιμος
lacking in honor, integrity, or moral principles, often bringing shame or disgrace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dishonorable
συγκριτικός βαθμός
more dishonorable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ethics, behavior, character
Παραδείγματα
Cheating on the exam was seen as a dishonorable act and resulted in academic consequences.
Η εξαπάτηση στις εξετάσεις θεωρήθηκε ατιμωτική πράξη και είχε ακαδημαϊκές συνέπειες.
02
ατιμωτικός, άτιμος
lacking honor or integrity; deserving dishonor
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dishonorable
honorable
honor



























