discrete
Pronunciation
/dɪsˈkɹit/

Ορισμός και σημασία του "discrete"στα αγγλικά

01

διακριτός, ξεχωριστός

individually separate and easily identifiable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discrete
συγκριτικός βαθμός
more discrete
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The colors on the spectrum are discrete, with each hue being distinct from the others.
Τα χρώματα στο φάσμα είναι διακριτά, με κάθε απόχρωση να είναι διακριτή από τις άλλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store