Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discrete
01
διακριτός, ξεχωριστός
individually separate and easily identifiable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discrete
συγκριτικός βαθμός
more discrete
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mathematics, logic, classification
Παραδείγματα
The course was divided into discrete modules, each focusing on a specific topic.
Το μάθημα χωρίστηκε σε διακριτές ενότητες, καθεμία επικεντρώνοντας σε ένα συγκεκριμένο θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
discretely
discreteness
indiscrete
discrete



























