Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discountenance
01
αποδοκιμάζω, καταδικάζω
to clearly show disapproval, which can discourage others from a particular action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discountenance
γ΄ ενικό πρόσωπο
discountenances
ενεστώτα μετοχή
discountenancing
απλός αόριστος
discountenanced
παθητική μετοχή
discountenanced
Παραδείγματα
The organization will be discountenancing any forms of workplace harassment and implementing comprehensive policies to ensure a safe and inclusive environment.
Ο οργανισμός θα αποδοκιμάζει οποιαδήποτε μορφή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας και θα εφαρμόζει ολοκληρωμένες πολιτικές για να διασφαλίσει ένα ασφαλές και περιεκτικό περιβάλλον.



























