Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discountenance
01
αποδοκιμάζω, καταδικάζω
to clearly show disapproval, which can discourage others from a particular action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discountenance
γ΄ ενικό πρόσωπο
discountenances
ενεστώτα μετοχή
discountenancing
απλός αόριστος
discountenanced
παθητική μετοχή
discountenanced
Παραδείγματα
As a matter of principle, the school board discountenances bullying and takes proactive measures to promote a safe and inclusive environment.
Ως θέμα αρχής, το σχολικό συμβούλιο αποδοκιμάζει τον εκφοβισμό και λαμβάνει προληπτικά μέτρα για την προώθηση ενός ασφαλούς και περιεκτικού περιβάλλοντος.



























