Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discount
01
αγνοώ, απορρίπτω
to ignore or dismiss something, refusing to consider or give attention to it
Transitive: to discount sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discount
γ΄ ενικό πρόσωπο
discounts
ενεστώτα μετοχή
discounting
απλός αόριστος
discounted
παθητική μετοχή
discounted
Παραδείγματα
It's unfair to discount the opinions of certain team members during decision-making.
Είναι άδικο να αγνοείς τις απόψεις ορισμένων μελών της ομάδας κατά τη λήψη αποφάσεων.
02
εκπτώσεις, μειώνω την τιμή
to lower the price of a product or service, often as part of a promotion or sale
Transitive: to discount a product or service
Παραδείγματα
The store decided to discount all summer clothes to clear out inventory.
Το κατάστημα αποφάσισε να εκπτωθεί όλα τα καλοκαιρινά ρούχα για να εξαφανίσει τα αποθέματα.
Discount
01
έκπτωση, προσφορά
the act of reducing the usual price of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discounts
Παραδείγματα
The store announced a discount on all electronics for the weekend.
Το κατάστημα ανακοίνωσε έκπτωση σε όλα τα ηλεκτρονικά για το σαββατοκύριακο.
02
έκπτωση, πτώση τιμής
the amount of money that is reduced from the usual price of something
Παραδείγματα
They offered a discount of 20% on all winter clothing.
Προσέφεραν έκπτωση 20% σε όλα τα χειμερινά ρούχα.
03
έκπτωση, έκπτωση τόκων
interest deducted in advance from a loan or financial instrument, typically on an annual basis
Παραδείγματα
The bank applied a discount on the short-term loan.
Η τράπεζα εφάρμοσε έκπτωση στο βραχυπρόθεσμο δάνειο.
04
μερική επιστροφή, μερική αποζημίωση
a partial refund or return of part of a payment already made
Παραδείγματα
Customers received a discount after returning defective items.
Οι πελάτες έλαβαν έκπτωση μετά την επιστροφή ελαττωματικών αντικειμένων.
Λεξικό Δέντρο
discounter
discount



























