Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discontinuance
01
διακοπή, παύση
the act of stopping something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Due to financial constraints, the discontinuance of the project was inevitable.
Λόγω οικονομικών περιορισμών, η διακοπή του έργου ήταν αναπόφευκτη.
Λεξικό Δέντρο
discontinuance
continuance
continue



























