Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconnected
01
αποσυνδεδεμένος, απομονωμένος
separated or divided, often resulting in a lack of unity or cohesion
Παραδείγματα
The sudden power outage left the entire neighborhood feeling disconnected from the rest of the world, unable to communicate or access electronic devices.
Το ξαφνικό μπλακάουτ άφησε ολόκληρη τη γειτονιά να νιώθει αποσυνδεδεμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, ανίκανη να επικοινωνήσει ή να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικές συσκευές.
02
ασύνδετος, ασυνεπής
incoherent or fragmented in thought or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disconnected
συγκριτικός βαθμός
more disconnected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His disconnected arguments made it difficult to follow the point he was trying to make.
Τα ασύνδετα επιχειρήματά του έκαναν δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το σημείο που προσπαθούσε να καταλήξει.
03
αποσυνδεδεμένος, αποσυνδεμένος
not plugged in or connected to a power source
04
ασύνδετος, ασυνεπής
marked by sudden changes in subject and sharp transitions
05
αποσυνδεδεμένος, τμηματικός
(music) marked by or composed of disconnected parts or sounds; cut short crisply
Λεξικό Δέντρο
disconnected
connected
connect



























