discomfiture
dis
dɪs
dis
com
ˈkʌm
kam
fi
fi
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "discomfiture"στα αγγλικά

01

αμηχανία, ανακούφιση

a feeling of awkwardness, embarrassment, or unease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He showed obvious discomfiture when asked about the mistake. 

Έδειξε εμφανή αμηχανία όταν τον ρώτησαν για το λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store