Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disciple
01
μαθητής, οπαδός
a follower or student who adheres to the teachings and practices of a particular leader, teacher, or philosophy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disciples
Παραδείγματα
Jesus Christ had many disciples who followed him and spread his teachings.
Ο Ιησούς Χριστός είχε πολλούς μαθητές που τον ακολουθούσαν και διαδίδονταν τις διδασκαλίες του.
Λεξικό Δέντρο
discipleship
disciple



























