disciple
disc
ˈdɪs
dis
iple
aɪəpl
aiepl
prototypal

Ορισμός και σημασία του "disciple"στα αγγλικά

01

μαθητής, οπαδός

a follower or student who adheres to the teachings and practices of a particular leader, teacher, or philosophy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disciples
Παραδείγματα
Jesus Christ had many disciples who followed him and spread his teachings. 

Ο Ιησούς Χριστός είχε πολλούς μαθητές που τον ακολουθούσαν και διαδίδονταν τις διδασκαλίες του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store