to disburden
dis
dɪs
dis
bur
ˈbɜ:
bē
den
dən
dēn

Ορισμός και σημασία του "disburden"στα αγγλικά

to disburden
01

ανακουφίζω, ξεφορτώνω

to free someone from a burden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disburden
γ΄ ενικό πρόσωπο
disburdens
ενεστώτα μετοχή
disburdening
απλός αόριστος
disburdened
παθητική μετοχή
disburdened
Παραδείγματα
The counselor helped disburden the student by offering practical advice for managing stress. 

Ο σύμβουλος βοήθησε να ανακουφιστεί ο μαθητής προσφέροντας πρακτικές συμβουλές για τη διαχείριση του στρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disburden
burden
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store