to disburden
Pronunciation
/dɪsˈbɜrdn/

Ορισμός και σημασία του "disburden"στα αγγλικά

to disburden
01

ανακουφίζω, ξεφορτώνω

to free someone from a burden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disburden
γ΄ ενικό πρόσωπο
disburdens
ενεστώτα μετοχή
disburdening
απλός αόριστος
disburdened
παθητική μετοχή
disburdened
Παραδείγματα
After years of stress and worry, the opportunity to retire will disburden him of many obligations he ’s carried.
Μετά από χρόνια άγχους και ανησυχίας, η ευκαιρία να συνταξιοδοτηθεί θα τον απαλλάξει από πολλές υποχρεώσεις που έχει κουβαλήσει.

Λεξικό Δέντρο

disburden
burden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store