Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disburden
01
ανακουφίζω, ξεφορτώνω
to free someone from a burden
Παραδείγματα
After years of stress and worry, the opportunity to retire will disburden him of many obligations he ’s carried.
Μετά από χρόνια άγχους και ανησυχίας, η ευκαιρία να συνταξιοδοτηθεί θα τον απαλλάξει από πολλές υποχρεώσεις που έχει κουβαλήσει.
Λεξικό Δέντρο
disburden
burden



























