Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disbelief
01
δυσπιστία, απιστία
the state of not believing or accepting something as true or real
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disbeliefs
Παραδείγματα
She stared in disbelief at the news.
Κοίταξε την είδηση με δυσπιστία.
02
απιστία, δυσπιστία
the act of rejecting or denying belief in something
Παραδείγματα
His open disbelief in religion caused tension in the family.
Η ανοιχτή του απιστία στη θρησκεία προκάλεσε ένταση στην οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
disbelief
belief
believe



























