Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disarray
01
αταξία, χάος
a state of confusion and lack of order and organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The project could be in disarray unless the leadership team takes swift action to reorganize the tasks.
Το έργο μπορεί να βρίσκεται σε αταξία εκτός αν η ομάδα ηγεσίας λάβει γρήγορες ενέργειες για την αναδιοργάνωση των εργασιών.
02
αταξία, χάος
a lack of tidiness in appearance
Παραδείγματα
With her shoes untied and blouse wrinkled, she appeared in disarray as she entered the classroom late.
Με τα παπούτσια της λυμένα και τη μπλούζα της τσαλακωμένη, φαινόταν σε αταξία όταν μπήκε αργά στην τάξη.
to disarray
01
αναστατώνω, συγχύζω
to bring disorder or confusion to something, disrupting its normal arrangement or functioning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disarray
γ΄ ενικό πρόσωπο
disarrays
ενεστώτα μετοχή
disarraying
απλός αόριστος
disarrayed
παθητική μετοχή
disarrayed
Παραδείγματα
The hacker ’s attack disarrayed the organization ’s digital systems, disrupting operations.
Η επίθεση του χάκερ ανακατέψει τα ψηφιακά συστήματα του οργανισμού, διαταράσσοντας τις λειτουργίες.
Λεξικό Δέντρο
disarray
array



























