Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disappoint
01
απογοητεύω, εξαπατώ
to fail to meet someone's expectations or hopes, causing them to feel let down or unhappy
Transitive: to disappoint sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disappoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
disappoints
ενεστώτα μετοχή
disappointing
απλός αόριστος
disappointed
παθητική μετοχή
disappointed
Παραδείγματα
The movie's ending disappointed many viewers.
Το τέλος της ταινίας απογοήτευσε πολλούς θεατές.
Λεξικό Δέντρο
disappointing
disappoint
appoint



























