disaccharide
di
daɪ
dai
sacch
ˈsæk
sāk
a
ə
ē
ride
raɪd
raid

Ορισμός και σημασία του "disaccharide"στα αγγλικά

01

δισακχαρίτης, διπλή ζάχαρη

a type of sugar composed of two simple sugar molecules, commonly found in foods such as sucrose, lactose, and maltose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disaccharides
Παραδείγματα
The doctor explained the importance of understanding disaccharides for managing diabetes. 

Ο γιατρός εξήγησε τη σημασία της κατανόησης των δισακχαριτών για τη διαχείριση του διαβήτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store