Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allegiance
01
αφοσίωση, πιστότητα
a committed loyalty or dedication to a particular cause, group, or belief
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allegiances
Παραδείγματα
Even though they had disagreements, her allegiance to her family was unquestionable.
Παρόλο που είχαν διαφωνίες, η αφοσίωσή της στην οικογένειά της ήταν αδιαμφισβήτητη.
02
αφοσίωση, πιστότητα
loyalty or commitment of an individual to their country or leader
Παραδείγματα
The monarch expected unwavering allegiance from all subjects.
Ο μονάρχης περίμενε ακλόνητη αφοσίωση από όλους τους υπηκόους.
Λεξικό Δέντρο
allegiance
allegi



























