allegiance
a
ə
α
lle
ˈli
λι
giance
ʤəns
τζανσ
/ɐlˈiːd‍ʒəns/

Ορισμός και σημασία του "allegiance"στα αγγλικά

01

αφοσίωση, πιστότητα

a committed loyalty or dedication to a particular cause, group, or belief
Παραδείγματα
Even though they had disagreements, her allegiance to her family was unquestionable.
Παρόλο που είχαν διαφωνίες, η αφοσίωσή της στην οικογένειά της ήταν αδιαμφισβήτητη.
02

αφοσίωση, πιστότητα

loyalty or commitment of an individual to their country or leader
Παραδείγματα
The monarch expected unwavering allegiance from all subjects.
Ο μονάρχης περίμενε ακλόνητη αφοσίωση από όλους τους υπηκόους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store