Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abate
01
ελαττώνομαι, κατευνάζομαι
to lessen in intensity or severity
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abates
ενεστώτα μετοχή
abating
απλός αόριστος
abated
παθητική μετοχή
abated
Παραδείγματα
After the storm passed, the wind began to abate, and the rain eased to a drizzle.
Μετά που πέρασε η καταιγίδα, ο άνεμος άρχισε να μειώνεται, και η βροχή ελαφρύνθηκε σε ψιχάλα.
02
μειώνω, ελαττώνω
to lessen the power or intensity of something
Transitive: to abate an undesirable situation
Παραδείγματα
Efforts to control pollution are currently underway, aiming to abate environmental damage.
Οι προσπάθειες για τον έλεγχο της ρύπανσης βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη, με στόχο να μειωθεί η περιβαλλοντική ζημιά.



























