Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dimension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dimensions
Παραδείγματα
The architect carefully considered every dimension of the building to ensure it fit seamlessly into the surrounding landscape.
Ο αρχιτέκτονας σκέφτηκε προσεκτικά κάθε διάσταση του κτιρίου για να διασφαλίσει ότι θα ταιριάζει άψογα στο περιβάλλον τοπίο.
02
διάσταση, πτυχή
a framework or aspect by which objects or individuals can be distinguished
Παραδείγματα
Personality is a complex dimension of human behavior.
Η προσωπικότητα είναι μια πολύπλοκη διάσταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
03
διάσταση, κλίμακα
the magnitude, size, or extent of something
Παραδείγματα
The dimension of the problem became clear after investigation.
Η διάσταση του προβλήματος έγινε σαφής μετά την έρευνα.
04
διάσταση, διάσταση
one of the three coordinates that specify a position in space
Παραδείγματα
The engineer plotted the point using all three dimensions.
Ο μηχανικός σχεδίασε το σημείο χρησιμοποιώντας και τις τρεις διαστάσεις.
to dimension
01
καθορίζω διαστάσεις, προσαρμόζω στις διαστάσεις
to shape or adjust an object to specified measurements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dimension
γ΄ ενικό πρόσωπο
dimensions
ενεστώτα μετοχή
dimensioning
απλός αόριστος
dimensioned
παθητική μετοχή
dimensioned
Παραδείγματα
The carpenter dimensioned the wood for the frame.
Ο ξυλουργός διάστασε το ξύλο για το πλαίσιο.
02
καθορίζω διαστάσεις, μετρώ
to mark or indicate the measurements of an object
Παραδείγματα
The architect dimensioned the blueprint clearly.
Ο αρχιτέκτονας διάστασε το σχέδιο με σαφήνεια.
Λεξικό Δέντρο
dimensional
dimension
dimens



























