Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dignified
01
αξιοπρεπής, μεγαλοπρεπής
displaying calmness and seriousness in a manner that deserves respect
Παραδείγματα
In her final moments, she maintained a dignified dignity, surrounded by loved ones and at peace with herself.
Στις τελευταίες της στιγμές, διατήρησε μια αξιοπρεπή αξιοπρέπεια, περιβαλλόμενη από αγαπημένα πρόσωπα και σε ειρήνη με τον εαυτό της.
Λεξικό Δέντρο
undignified
dignified
dignify
dign



























