Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to die
01
πεθαίνω, αποθνήσκω
to no longer be alive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
die
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies
ενεστώτα μετοχή
dying
απλός αόριστος
died
παθητική μετοχή
died
Παραδείγματα
Unfortunately, her pet fish died after being in poor health for a week.
Δυστυχώς, το κατοικίδιο ψάρι της πέθανε μετά από μια εβδομάδα κακής υγείας.
02
πεθαίνω για, λαχταρώ
to have a strong longing or intense desire for something or someone
Transitive: to die to do sth | to die for sth
Παραδείγματα
I'm dying for a cup of coffee right now.
03
πεθαίνω, σταματώ να λειτουργώ
to suddenly malfunction or stop operating
Intransitive
Παραδείγματα
The TV died right in the middle of the game.
Η τηλεόραση πέθανε στη μέση του παιχνιδιού.
04
πεθαίνω, εξαφανίζομαι
to cease to exist or be forgotten
Intransitive
Παραδείγματα
The ancient traditions are slowly dying out.
Οι αρχαίες παραδόσεις πεθαίνουν σιγά σιγά.
05
σβήνω, σβήνει
(of a fire or light) to no longer be burning or shining
Intransitive
Παραδείγματα
The candle on the table died out, leaving the room in darkness.
Το κερί στο τραπέζι έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι.
Die
01
ζάρι, ζάρι παιχνιδιού
a small cube marked on each face with one to six spots, used in games of chance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dice/dies
Παραδείγματα
He rolled the die to see who would go first.
Έριξε το ζάρι για να δει ποιος θα πήγαινε πρώτος.
02
καλούπι, μήτρα
a tool used for shaping or forming metal
Παραδείγματα
The machine pressed metal using a die.
Το μηχάνημα πίεσε το μέταλλο χρησιμοποιώντας ένα καλούπι.
03
κόφτης σπειρώματος, εργαλείο κοπής σπείρας
a cutting tool fitted into a diestock to cut external threads on screws, bolts, pipes, or rods
Παραδείγματα
Dies must be aligned properly to cut clean threads.
Τα στροφέας πρέπει να ευθυγραμμιστούν σωστά για να κόψουν καθαρά σπείρωμα.



























