Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dictatorship
01
δικτατορία, δικτατορικό καθεστώς
a form of government where power is concentrated in the hands of a single individual or a small group, often with absolute authority, without the consent of the people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dictatorships
Παραδείγματα
Under the dictatorship, citizens had no freedom of speech or assembly.
Κάτω από τη δικτατορία, οι πολίτες δεν είχαν ελευθερία λόγου ή συνάθροισης.



























