diction
Pronunciation
/ˈdɪkʃən/

Ορισμός και σημασία του "diction"στα αγγλικά

01

δiction, προφορά

the manner in which words are pronounced
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The singer ’s diction was so precise that every lyric could be heard clearly in the concert hall.
Η διδασκαλία του τραγουδιστή ήταν τόσο ακριβής που κάθε στίχος μπορούσε να ακουστεί καθαρά στην αίθουσα συναυλιών.
02

απαγγελία, αρθρωση

the articulation of speech regarded from the point of view of its intelligibility to the audience
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store