Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dictation
01
υπαγόρευση, κατάθεση
speech intended for reproduction in writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dictations
02
υπαγόρευση, εντολή
an authoritative direction or instruction to do something
03
υπαγόρευση, μεταγραφή
matter that has been dictated and transcribed; a dictated passage
Λεξικό Δέντρο
dictation
dictate
dict



























