Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
didactic
01
διδακτικός, παιδαγωγικός
aiming to teach a moral lesson
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most didactic
συγκριτικός βαθμός
more didactic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, communication, instruction
Παραδείγματα
The professor's lectures were highly didactic, providing students with valuable insights into the subject matter.
Οι διαλέξεις του καθηγητή ήταν πολύ διδακτικές, προσφέροντας στους μαθητές πολύτιμες πληροφορίες για το θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autodidactic
didactical
didactic
didact



























