didactic
Pronunciation
/daɪˈdæktɪk/

Ορισμός και σημασία του "didactic"στα αγγλικά

01

διδακτικός, παιδαγωγικός

aiming to teach a moral lesson
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most didactic
συγκριτικός βαθμός
more didactic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
While some enjoy didactic literature for its educational value, others prefer works that focus more on storytelling and character development.
Ενώ μερικοί απολαμβάνουν τη διδακτική λογοτεχνία για την εκπαιδευτική της αξία, άλλοι προτιμούν έργα που επικεντρώνονται περισσότερο στην αφήγηση και την ανάπτυξη χαρακτήρων.

Λεξικό Δέντρο

autodidactic
didactical
didactic
didact
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store