didactic
di
di
dac
ˈdæk
dāk
tic
tɪk
tik
galacticclimacticatacticsyntactic

Ορισμός και σημασία του "didactic"στα αγγλικά

01

διδακτικός, παιδαγωγικός

aiming to teach a moral lesson 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most didactic
συγκριτικός βαθμός
more didactic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor's lectures were highly didactic, providing students with valuable insights into the subject matter. 

Οι διαλέξεις του καθηγητή ήταν πολύ διδακτικές, προσφέροντας στους μαθητές πολύτιμες πληροφορίες για το θέμα.

Λεξικό Δέντρο

autodidactic
didactical
didactic
didact
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store