dialectic
dia
ˌdaɪə
νταιε
lec
ˈlɛk
λεκ
tic
tɪk
τικ
dyslecticcathecticcachecticapoplectic

Ορισμός και σημασία του "dialectic"στα αγγλικά

01

διαλεκτική, διαλεκτική μέθοδος

a structured method of reasoning in which truth is reached through the systematic exchange of logical arguments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dialectics
Παραδείγματα
The philosopher taught dialectic as a way to uncover inconsistencies in thought. 

Ο φιλόσοφος δίδασκε τη διαλεκτική ως τρόπο για να αποκαλύπτει ασυνέπειες στη σκέψη.

02

διαλεκτική, διαλεκτική ένταση

a tension or contradiction between opposing ideas that drives their interaction or development 
Παραδείγματα
The dialectic between freedom and responsibility shapes social policy. 

Η διαλεκτική μεταξύ ελευθερίας και ευθύνης διαμορφώνει την κοινωνική πολιτική.

01

διαλεκτικός, διαλεκτική

of or relating to, or using, a method of reasoning that explores truth through the interaction of opposing ideas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
philosophy, reasoning, argumentation
Παραδείγματα
The professor gave a dialectic analysis of political theories. 

Ο καθηγητής έδωσε μια διαλεκτική ανάλυση των πολιτικών θεωριών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dialectic
dialect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store