Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dialectic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dialectics
Παραδείγματα
The philosopher taught dialectic as a way to uncover inconsistencies in thought.
Ο φιλόσοφος δίδασκε τη διαλεκτική ως τρόπο για να αποκαλύπτει ασυνέπειες στη σκέψη.
02
διαλεκτική, διαλεκτική ένταση
a tension or contradiction between opposing ideas that drives their interaction or development
Παραδείγματα
The dialectic between freedom and responsibility shapes social policy.
Η διαλεκτική μεταξύ ελευθερίας και ευθύνης διαμορφώνει την κοινωνική πολιτική.
dialectic
01
διαλεκτικός, διαλεκτική
of or relating to, or using, a method of reasoning that explores truth through the interaction of opposing ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor gave a dialectic analysis of political theories.
Ο καθηγητής έδωσε μια διαλεκτική ανάλυση των πολιτικών θεωριών.
Λεξικό Δέντρο
dialectic
dialect



























