Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dialectician
01
διαλεκτικός, λογικός
a person who is skilled in reasoning and discussing in order to reach the truth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dialecticians
LanGeek



























