dialectical
dia
ˌdaɪə
νταιε
lec
ˈlɛk
λεκ
ti
τι
cal
kəl
καλ
dialectal

Ορισμός και σημασία του "dialectical"στα αγγλικά

dialectical
01

διαλεκτικός, σχετικός με τη διαλεκτική

referring to the method of argumentation or discourse that involves the exchange of opposing ideas or viewpoints in order to reach a deeper understanding or resolution 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
philosophy, logic, argumentation
Παραδείγματα
The dialectical approach to reasoning involves engaging with opposing arguments to uncover underlying truths. 

Η διαλεκτική προσέγγιση στη συλλογιστική περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε αντίθετα επιχειρήματα για να αποκαλυφθούν υποκείμενες αλήθειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dialectically
dialectical
dialect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store