Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abasement
01
ταπείνωση, υποβιβασμός
a state of being humiliated, belittled, or reduced in rank
Παραδείγματα
The character 's downfall and abasement in the play evoked a strong emotional response from the audience.
Η πτώση και ο ταπείνωση του χαρακτήρα στο έργο προκάλεσαν μια ισχυρή συναισθηματική απόκριση από το κοινό.
02
ταπείνωση, εξευτέλιση
the act of treating someone in a demeaning way
Παραδείγματα
The abasement of women in certain societies perpetuates gender inequality and discrimination.
Η ταπείνωση των γυναικών σε ορισμένες κοινωνίες διαιωνίζει την ανισότητα των φύλων και τη διακρίσεις.



























