devoid
de
di:
ντη
void
vɔɪd
βοϊντ
/dɪvˈɔ‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "devoid"στα αγγλικά

01

στερημένος, άδειος

entirely lacking or empty of a particular quality or element
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The landscape was devoid of any signs of life, with no plants or animals in sight.
Το τοπίο ήταν απού οποιουδήποτε σημείου ζωής, χωρίς φυτά ή ζώα στην οπτική γωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store