devoid
de
di:
di
void
vɔɪd
voyd
conoiddiscoidfreudsteroid

Ορισμός και σημασία του "devoid"στα αγγλικά

01

στερημένος, άδειος

entirely lacking or empty of a particular quality or element 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His speech was devoid of emotion, leaving the audience unmoved. 

Η ομιλία του ήταν χωρίς συναίσθημα, αφήνοντας το κοινό αδιάφορο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store