devise
de
ντι
vise
ˈvaɪz
βαιζ
/dɪˈvaɪz/

Ορισμός και σημασία του "devise"στα αγγλικά

to devise
01

σχεδιάζω, εφευρίσκω

to design or invent a new thing or method after much thinking
Transitive: to devise a plan or approach
to devise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devise
γ΄ ενικό πρόσωπο
devises
ενεστώτα μετοχή
devising
απλός αόριστος
devised
παθητική μετοχή
devised
Παραδείγματα
Tomorrow, the committee will devise a plan to address the budget deficit.
Αύριο, η επιτροπή θα σχεδιάσει ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του προϋπολογισμού.
02

σχεδιάζω, επινοώ

to plan or scheme in order to achieve a specific goal or outcome
Transitive: to devise an action
Παραδείγματα
He carefully devised the perfect revenge on those who had wronged him.
Προσεκτικά σχεδίασε την τέλεια εκδίκηση σε εκείνους που τον είχαν αδικήσει.
03

κληροδοτώ, αφήνω κληρονομιά με διαθήκη

to pass on something, typically property or real estate, to someone through a will
Transitive: to devise a property to sb
Παραδείγματα
The land was devised to the local historical society in the will.
Η γη κληροδοτήθηκε στην τοπική ιστορική κοινότητα στη διαθήκη.
01

κληροδότημα, διαθήκη

a gift of real property specified in a will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
devises
Παραδείγματα
Executors ensured the devise was transferred according to the will.
Οι εκτελεστές διαθήκης διασφάλισαν ότι το δώρο ακίνητης περιουσίας μεταφέρθηκε σύμφωνα με τη διαθήκη.
02

διαθήκη ακίνητης περιουσίας, κληρονομιά ακίνητης περιουσίας

a will or testament that disposes of real property
Παραδείγματα
The devise included instructions for several properties across town.
Η διαθήκη περιελάμβανε οδηγίες για πολλά ακίνητα σε όλη την πόλη.

Λεξικό Δέντρο

deviser
devising
devisor
devise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store