Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devise
01
σχεδιάζω, εφευρίσκω
to design or invent a new thing or method after much thinking
Transitive: to devise a plan or approach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devise
γ΄ ενικό πρόσωπο
devises
ενεστώτα μετοχή
devising
απλός αόριστος
devised
παθητική μετοχή
devised
Παραδείγματα
The engineer devised a groundbreaking solution to the complex engineering problem.
Ο μηχανικός σχεδίασε μια επαναστατική λύση στο πολύπλοκο μηχανολογικό πρόβλημα.
02
σχεδιάζω, επινοώ
to plan or scheme in order to achieve a specific goal or outcome
Transitive: to devise an action
Παραδείγματα
She devised a clever way to surprise him for his birthday.
Αυτή επινόησε ένα έξυπνο τρόπο για να τον εκπλήξει για τα γενέθλιά του.
03
κληροδοτώ, αφήνω κληρονομιά με διαθήκη
to pass on something, typically property or real estate, to someone through a will
Transitive: to devise a property to sb
Παραδείγματα
She decided to devise her entire estate to her children in her will.
Αποφάσισε να κληροδοτήσει ολόκληρη την περιουσία της στα παιδιά της στη διαθήκη της.
Devise
01
κληροδότημα, διαθήκη
a gift of real property specified in a will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
devises
Παραδείγματα
Multiple devises were made in the same testament.
Πολλές κληροδοτήματα ακινήτων έγιναν στην ίδια διαθήκη.
02
διαθήκη ακίνητης περιουσίας, κληρονομιά ακίνητης περιουσίας
a will or testament that disposes of real property
Παραδείγματα
The farmer prepared a devise outlining how his estate would be divided.
Ο αγρότης προετοίμασε μια διαθήκη που περιέγραψε πώς θα διαιρεθεί η περιουσία του.
Λεξικό Δέντρο
deviser
devising
devisor
devise



























