Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
detestable
01
απεχθής, μισήσιμος
unequivocally deserving of intense dislike or hatred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most detestable
συγκριτικός βαθμός
more detestable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dictator's detestable cruelty shocked the international community.
Η απεχθής βιαιότητα του δικτάτορα σόκαρε τη διεθνή κοινότητα.
02
μισήσιμος, αποτρόπαιος
extremely unpleasant or offensive
Παραδείγματα
The detestable smell of rotten eggs filled the abandoned house.
Η απεχθής μυρωδιά των σάπιων αυγών γέμισε το εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
detestably
detestable
detest



























