detestable
de
di
tes
ˈtɛs
tes
table
təbl
tēbl
detectable

Ορισμός και σημασία του "detestable"στα αγγλικά

detestable
01

απεχθής, μισήσιμος

unequivocally deserving of intense dislike or hatred 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most detestable
συγκριτικός βαθμός
more detestable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dictator's detestable cruelty shocked the international community. 

Η απεχθής βιαιότητα του δικτάτορα σόκαρε τη διεθνή κοινότητα.

02

μισήσιμος, αποτρόπαιος

extremely unpleasant or offensive 
Παραδείγματα
The detestable smell of rotten eggs filled the abandoned house. 

Η απεχθής μυρωδιά των σάπιων αυγών γέμισε το εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

detestably
detestable
detest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store