Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alimentary
01
διατροφικός, θρεπτικός
relating to the provision or processing of nutrients necessary for growth and health
Παραδείγματα
Nutritionists emphasize alimentary diversity to ensure all essential vitamins and minerals are consumed.
Οι διατροφολόγοι τονίζουν την διατροφική ποικιλομορφία για να διασφαλιστεί η κατανάλωση όλων των απαραίτητων βιταμινών και μετάλλων.
02
πεπτικός, διατροφικός
pertaining to the organs and processes involved in digestion
Παραδείγματα
A healthy microbiome is crucial for proper alimentary function.
Ένα υγιές μικροβίωμα είναι καθοριστικό για τη σωστή πεπτική λειτουργία.



























