alimony
a
ˈæ
ā
li
li
mo
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "alimony"στα αγγλικά

01

διατροφή, επίδομα διατροφής

the money that is demanded by the court to be paid to an ex-spouse or ex-partner 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alimonies
Παραδείγματα
After the divorce, she was awarded monthly alimony payments to support her financially. 

Μετά το διαζύγιο, της απονεμήθηκαν μηνιαίες πληρωμές διατροφής για να την υποστηρίξουν οικονομικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store