Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detachment
01
αποσύνδεση, διαχωρισμός
the act of releasing from an attachment or connection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
detachments
02
αποστασιοποίηση, αδιαφορία
avoiding emotional involvement
03
αποκόλληση, διαχωρισμός
coming apart
04
απόσπασμα, μονάδα ανάθεσης
a small group of soldiers assigned for a specific task or mission
Παραδείγματα
A detachment was sent to secure the bridge.
Μια αποσπάδα στάλθηκε για να ασφαλίσει τη γέφυρα.
05
αποστασιοποίηση, απομόνωση
the state of being isolated or detached
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
detachment
detach



























