Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
desires
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked cookies awakened a sudden desire for something sweet in Mary.
Το άρωμα των φρεσκοψημένων μπισκότων ξύπνησε μια ξαφνική επιθυμία για κάτι γλυκό στη Μαίρη.
Παραδείγματα
They tried to resist their desire in public.
Προσπάθησαν να αντισταθούν στην επιθυμία τους δημοσίως.
03
επιθυμία, πόθος
something that is desired
to desire
01
επιθυμώ, λαχταρώ
to strongly want or wish for something
Transitive: to desire sth | to desire to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
desire
γ΄ ενικό πρόσωπο
desires
ενεστώτα μετοχή
desiring
απλός αόριστος
desired
παθητική μετοχή
desired
Παραδείγματα
The child desires a new toy and eagerly awaits their birthday.
Το παιδί επιθυμεί ένα καινούριο παιχνίδι και περιμένει με ανυπομονησία τα γενέθλιά του.
02
επιθυμώ, λαχταρώ
to be sexually attracted to someone
Transitive: to desire sb
Παραδείγματα
She desires him but is too shy to speak up.
Τον επιθυμεί αλλά είναι πολύ ντροπαλή για να μιλήσει.
03
επιθυμώ, ποθώ
to hope for something to happen or ask for something to be given
Transitive: to desire sth
Παραδείγματα
We desire your feedback on the new product.
Επιθυμούμε τα σχόλιά σας για το νέο προϊόν.
Λεξικό Δέντρο
desirable
desirous
desire



























