deshabille
deshabille
deɪzəbi:l
deizēbil
déshabillé
dishabille

Ορισμός και σημασία του "deshabille"στα αγγλικά

01

ακαταστασία

the state of being clothed only partly or carelessly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He stumbled into the office in deshabille, looking as if he had hastily thrown on his clothes. 

Σκόνταψε στο γραφείο ατημέλητα ντυμένος, φαινόμενος σαν να είχε βιαστικά φορέσει τα ρούχα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store