deserved
de
di
served
ˈzɜ:vd
zēvd
deserteddecurved

Ορισμός και σημασία του "deserved"στα αγγλικά

01

άξιος, κατάλληλος

properly deserved 
deserved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deserved
συγκριτικός βαθμός
more deserved
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
justice, evaluation, merit

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deservedly
undeserved
deserved
deserve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store