Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depository financial institution
/dɪpˈɑːsɪtˌoːɹi faɪnˈænʃəl ˌɪnstɪtˈuːʃən/
Depository financial institution
01
χρηματοπιστωτικό ίδρυμα καταθέσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που δέχεται καταθέσεις
a financial institution that accepts deposits and channels the money into lending activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depository financial institutions



























