Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depose
01
εκθρονίζω, απομακρύνω από τη θέση του
to remove someone from a position of power or authority, often through force or legal action
Transitive: to depose someone in a position of power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
depose
γ΄ ενικό πρόσωπο
deposes
ενεστώτα μετοχή
deposing
απλός αόριστος
deposed
παθητική μετοχή
deposed
Παραδείγματα
The revolutionaries aimed to depose the tyrannical ruler and establish a democratic government.
Οι επαναστάτες στόχευαν να καταλύσουν τον τυραννικό ηγέτη και να εγκαθιδρύσουν μια δημοκρατική κυβέρνηση.
02
καταθέτω, καταθέτω υπό όρκο
to formally provide sworn testimony or evidence, often in writing
Intransitive
Παραδείγματα
The witness was asked to depose in front of the court about what she saw that night.
Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει μπροστά στο δικαστήριο για όσα είδε εκείνη τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
deposer
deposition
depose



























