Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depopulate
01
αποπληθύνω, μειώνω τον πληθυσμό
to cause fewer people live in an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
depopulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
depopulates
ενεστώτα μετοχή
depopulating
απλός αόριστος
depopulated
παθητική μετοχή
depopulated
Λεξικό Δέντρο
depopulate
populate



























