to depopulate
Pronunciation
/diˈpɑpjəˌɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "depopulate"στα αγγλικά

to depopulate
01

αποπληθύνω, μειώνω τον πληθυσμό

to cause fewer people live in an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
depopulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
depopulates
ενεστώτα μετοχή
depopulating
απλός αόριστος
depopulated
παθητική μετοχή
depopulated

Λεξικό Δέντρο

depopulate
populate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store