deplorable
dep
ˈdɪp
dip
lo
lɔ:
law
rable
rəbl
rēbl
depletable

Ορισμός και σημασία του "deplorable"στα αγγλικά

deplorable
01

επονείδιστος, αξιοθρήνητος

disgraceful to the extent that it warrants severe disapproval 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deplorable
συγκριτικός βαθμός
more deplorable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's deplorable remarks sparked outrage across the country. 

Οι αξιοθρήνητες παρατηρήσεις του πολιτικού προκάλεσαν οργή σε όλη τη χώρα.

02

αξιοθρήνητος, οικτρός

extremely poor in standard, condition, or execution 
Παραδείγματα
The hotel room was in deplorable condition — filthy and falling apart. 

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση — βρώμικο και καταρρέον.

Λεξικό Δέντρο

deplorably
deplorable
deplore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store