Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deplete
01
εξαντλώ, μειώνω
to use up or diminish the quantity or supply of a resource, material, or substance
Transitive: to deplete a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deplete
γ΄ ενικό πρόσωπο
depletes
ενεστώτα μετοχή
depleting
απλός αόριστος
depleted
παθητική μετοχή
depleted
Παραδείγματα
Continuous deforestation can deplete the natural habitat for many species.
Η συνεχής αποψίλωση μπορεί να εξαντλήσει το φυσικό habitat πολλών ειδών.
Λεξικό Δέντρο
depletable
depleted
depletion
deplete



























