depilator
Pronunciation
/dɪpᵻlˈeɪɾɚ/

Ορισμός και σημασία του "depilator"στα αγγλικά

01

αποτριχωτικό μηχάνημα, επιληπτήρας

a device that is used to remove undesired hair from the body
depilator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depilators
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store