Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depiction
01
απεικόνιση, εικονογράφηση
representation by drawing or painting etc
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depictions
02
απεικόνιση, περιγραφή
a representation by picture or portraiture
03
απεικόνιση, σχέδιο
a drawing of the outlines of forms or objects
04
απεικόνιση, περιγραφή
a graphic or vivid verbal description
Λεξικό Δέντρο
depiction
depict



























