Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deplete
01
εξαντλώ, μειώνω
to use up or diminish the quantity or supply of a resource, material, or substance
Transitive: to deplete a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deplete
γ΄ ενικό πρόσωπο
depletes
ενεστώτα μετοχή
depleting
απλός αόριστος
depleted
παθητική μετοχή
depleted
Παραδείγματα
The demand for rare minerals in electronic devices may deplete certain mineral deposits.
Η ζήτηση για σπάνια ορυκτά σε ηλεκτρονικές συσκευές μπορεί να εξαντλήσει ορισμένες κοιτάσματα ορυκτών.
Λεξικό Δέντρο
depletable
depleted
depletion
deplete



























