deplane
de
di:
ντη
plane
pleɪn
πλειν
/dɪplˈe‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "deplane"στα αγγλικά

to deplane
01

αποβιβάζομαι από το αεροπλάνο, κατεβαίνω από το αεροπλάνο

to leave an aircraft after it has landed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
deplane
γ΄ ενικό πρόσωπο
deplanes
ενεστώτα μετοχή
deplaning
απλός αόριστος
deplaned
παθητική μετοχή
deplaned
Παραδείγματα
Passengers with connecting flights were advised to deplane promptly to allow sufficient time for the next leg of their journey.
Οι επιβάτες με αεροπορικές συνδέσεις συμβουλεύτηκαν να αποβιβαστούν αμέσως για να διαθέσουν αρκετό χρόνο για το επόμενο στάδιο του ταξιδιού τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store