Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demurrage
01
δασμοί αδράνειας, χρέωση παράτασης
detention of a ship or freight car or other cargo beyond its scheduled time of departure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demurrages
02
δασμός αδράνειας, χρέωση καθυστέρησης
a charge levied on the detention of a vessel, container, or cargo beyond the allotted time for loading or unloading at a port
Παραδείγματα
The shipping company incurred demurrage fees due to delays in unloading the cargo from the vessel.
Η εταιρεία ναυτιλίας επέστη χρεώσεις αδράνειας λόγω καθυστερήσεων στην εκφόρτωση του φορτίου από το πλοίο.
Λεξικό Δέντρο
demurrage
demur



























